Wake me up when September ends
Η αναπόφευκτη αποτίμηση του καλοκαιριού και σκόρπιες σκέψεις για τα τεκταινόμενα των ημερών.
Οι διακοπές μου ήταν καλές και αναζωογονητικές, οι μακρύτερες σε διάρκεια που έχω κάνει εδώ και πολλά χρόνια, μακριά απ’ την πόλη μου που είχα μπουχτίσει, και, ως επί το πλείστον, μακριά απ’ το κουρμπέτι του ψηφιακού ακτιβισμού και της δημοσιογραφίας στα social media που προσπάθησα να υπηρετήσω την περασμένη χρονιά σε ρυθμούς συχνά εξοντωτικούς και με αποτελέσματα αμφίβολα.
Αντί για τη Θεσσαλονίκη, έκανα προσωρινά έδρα μου την άδεια Αθήνα κι εξορμούσα στα νησιά του Αιγαίου χωρίς σχέδιο, ιδιαίτερες προσδοκίες ή έντονη αίσθηση του χρόνου, συναντώντας φίλους, απολαμβάνοντας την έκθεση στα στοιχεία της φύσης, την διαρκή αλλαγή παραστάσεων (για την οποία διψούσα εδώ και καιρό), τον συγχρωτισμό με νέους ανθρώπους αλλά και την απομόνωση του ταξιδιού. Ο χρόνος γίνεται απολαυστικά ελαστικός τέτοιες στιγμές: απ’ τη μιά να να διαγράφεις νευρωτικές κινήσεις Brown στο αστικό τοπίο για να προλάβεις να συναντήσεις όσο περισσότερους φίλους μπορείς και να τρέχεις με τα μπαγκάζια για να προλάβεις πλοία την τελευταία στιγμή, κι απ’ την άλλη να περιφέρεσαι άσκοπα σε νησιωτικά χωριά, επαρχιακούς δρόμους και κάμπινγκ και να ρεμβάζεις με τις ώρες σε παραλίες.
Κατά διαστήματα, έριχνα κλεφτές ματιές στην επικαιρότητα και την κοινωνία των social media όποτε έβρισκα ασύρματη σύνδεση, διαπιστώνοντας με σχετική κατάπληξη ότι όντως ο φετινός Αύγουστος δεν είχε ειδήσεις. Μέχρι ενός σημείου. Η κατάληξη των διακοπών έγινε με τον καλύτερο τρόπο: λίγες χαλαρές μέρες με μικρή παρέα, ευνοϊκές συγκυρίες και λίγο ρομάντζο σ’ ένα κοντινό κι οικείο -αλλά ειδυλλιακό, λόγω της έλλειψης κόσμου- μέρος. Ήταν για λίγο σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Το δίδαγμα του φετινού καλοκαιριού ήταν η απλότητα: δεν χρειάζεσαι την επιτήδευση και τον καταναλωτισμό για να νιώσεις ότι κάνεις διακοπές, αλλά και γενικά ότι ζεις, να ξεφεύγεις απ’ όσα σε κατατρέχουν. Ένα δίδαγμα που ξαναμαθαίνουμε όλοι τα καλοκαίρια, αν είμαστε τυχεροί, και ξεχνάμε τον υπόλοιπο χρόνο.
Η θερινή ραστώνη έλαβε απότομα τέλος στις 21 Αυγούστου -πάνω ακριβώς που γυρνούσα από τις διακοπές- όταν ξεκίνησαν οι φωτιές που κατέκαψαν την ΒΑ Αττική, σαν εφιαλτικό replay των πυρκαγιών του ‘07.
Το τρίτο μου άρθρο για το Global Voices ήταν αφιερωμένο στις αντιδράσεις των ελληνικών social media για τις πυρκαγιές, γραμμένο την ώρα που προσπαθούσα να προσαρμοστώ απότομα στην πραγματικότητα, να συνέλθω απ’ το μούδιασμα και να νιώσω κάτι γι’ αυτό που συνέβαινε. Τελικά, φαίνεται πως οι πυρκαγιές του ‘07 έκαψαν κι όλες τις αντιδράσεις μέσα μου, όπως και στους περισσότερους Έλληνες: οργή, θλίψη, δυσπιστία. Πλέον έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τη χώρα να καίγεται, τον κρατικό μηχανισμό να ολιγωρεί και να επιτρέπει σε μια σπίθα να κατατρώει ολόκληρους νομούς, τους πολιτικούς και τους ιθύνοντες να περιφέρονται στα κανάλια προσφέροντας τετριμμένες δικαιολογίες κι ανταλλάσσοντας κατηγορίες, την απόλυτη ατιμωρησία κι έλλειψη απόδοσης ευθυνών, τα κανάλια να υποκαθιστούν την πολιτική προστασία, μοιράζοντας πυροσβεστικά οχήματα -όπως κάποτε οι ραδιοπειρατές ζητήσεις κομματιών- τους πυροσβέστες να παλεύουν χωρίς εξοπλισμό, γνώση του δάσους και συντονισμό, προδομένοι συχνά απ’ τις σκοπιμότητες.
Αυτή τη φορά, οι φωτιές έσβησαν σχετικά “γρήγορα”, χωρίς να υπάρξουν ανθρώπινα θύματα, και χωρίς να περάσουν σε “σημαίνουσες” κατοικημένες περιοχές. Που σημαίνει ότι κανείς δε θα κλάψει για τα δάση ή για τα ζώα που κάηκαν κι εκτοπίστηκαν. Και μετά; Πάλι εκλογές, με την Βουλή κλειστή πρόωρα αυτή τη φορά, να έχει νομοθετήσει νέους χαλκάδες εις βάρος κι ερήμην του λαού που έλειπε στα μπάνια του. Πάλι θα ξεχάσουμε και θα ψηφίσουμε τους (α-)καταλληλότερους, παγιδευμένοι σ’ ένα παρακμασμένο, κυνικό κι απάνθρωπο ολιγαρχικό σύστημα που μας κλέβει κραυγαλέα την εκπροσώπηση, και το οποίο διαιωνίζουμε με την αδιαφορία και τη μοιρολατρία μας.
Στις 3 του Σεπτέμβρη έκλεισα τα 40 μου χρόνια, περιτριγυρισμένος από καλούς φίλους και γνωστούς σ’ ένα -κατά κοινή ομολογία- επιτυχημένο πάρτι, απ’ αυτά που έπρεπε να κάνω εδώ και χρόνια (κάλλιο αργά παρά ποτέ). Και να ήθελα, δε θα μπορούσα να ξεχάσω την ηλικία μου, αφού μαζί με μένα φέτος σαραντάρισαν η κατάκτηση της Σελήνης, το Woodstock και γενικά το αξέχαστο 1969, το κύκνειο άσμα της γενιάς των 60’s. Την εποχή εκείνη διαδέχθηκαν δεκαετίες συντηρητισμού που έφεραν την ανθρωπότητα στο χείλος της καταστροφής, και μόλις τα τελευταία χρόνια το πνεύμα της συλλογικότητας άρχισε να αναδύεται ξανά, μέσα απ’ τις τεκτονικές πιέσεις της κλιματικής αλλαγής, της πληθυσμιακής έκρηξης, της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της επανάστασης του κοινωνικού διαδικτύου.
Μία ευχή έχω να κάνω για τα χρόνια που έρχονται: η παγκόσμια συλλογικότητα αυτή να συνειδητοποιήσει τη δύναμή της γρήγορα και να κάνει πράξη την ειρηνική αναγέννηση της πολιτικής, του τρόπου ζωής, της οικονομίας και του πολιτισμού που χρειάζεται η ανθρωπότητα πριν να είναι αργά. Κυριολεκτικά, είμαστε η τελευταία μας ελπίδα.
Όσο για τους πολιτικούς, μπορούν να συνεχίσουν να διακονούν το διεφθαρμένο σύστημα και την αδηφάγα απληστία τους, μπαίνοντας εμπόδιο στην αειφορία του πολιτισμού μας, ή -όπως ο γερουσιαστής Ted Kennedy, ένας απ’ τους σημαντικότερους αμερικανούς νομοθέτες, που πέθανε πρόσφατα- να συμβάλλουν στην ανανέωση της κοινωνίας μας’ ξεπερνώντας τις καταβολές τους κι υπερνικώντας τον κυνισμό του συστήματος που τους ανέδειξε, διαλέγοντας να υπηρετήσουν τους συμπολίτες τους και την ανθρωπότητα.
Those who make peaceful revolution impossible will make violent revolution inevitable
-John F. Kennedy, 13/3/1962
Πολλά θα ‘θελα ακόμα να προσθέσω σ’ αυτό το post, αλλά καλύτερα να το κλείσω εδώ και να τα κρατήσω για κάποια επόμενα. Εξάλλου, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα γράφω συχνότερα φέτος, κι η τελειομανία δεν βοηθάει σ’ αυτό.
ΥΓ: Απενεργοποίησα το Twitter Tools plugin που χρησιμοποιούσα για καταγραφή των tweets μου εδώ, αφού, όπως διαπίστωσε κι ο nikan, το προσωπικό blog δεν είναι το καλύτερο μέρος για αυτοματοποιημένο lifestreaming. Θα βρω μιά καλύτερη λύση για να αποθηκεύω τα tweets μου.




