The longest day
Ετεροχρονισμένα: η πόλη μου κατά ύψος και μήκος…

(Η μέρα της εαρινής αλλαγής ώρας δεν είναι, φυσικά, η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, αλλά πάντα έτσι την αισθάνομαι. Ό,τι ώρα και να ξυπνήσεις είναι αργά, ειδικά αν είναι μεσημέρι κι έχει ήλιο· το σύνδρομο “που πήγαν όλοι και δε με ξύπνησαν;“).
Πρωϊνό στα γρήγορα, οι εφημερίδες στο δισάκι και βουρ για την πλατεία (σίγουρα θα είναι γεμάτη κόσμο), να προλάβω τη λιακάδα. Άδεια είναι όμως, τελικά· φαίνεται πως οι περισσότεροι προτίμησαν τη Χαλκιδική. Δεν προλαβαίνω να παραγγείλω τον καφέ μου και γίνεται συνενόηση με παρέα για ταβέρνα. Η μέρα είναι τόσο τέλεια που δε θέλω να κουνηθώ απ’ τη θέση μου, αλλά πάλι, η πλατεία έχει χορτάσει να με βλέπει, κι οι εφημερίδες μπορούν να περιμένουν. Κι αύριο ήλιο θα ‘χει, έχω διάθεση για διαδρομές. Ο ήλιος είναι επίμονος και μ’ ακολουθεί σ’ όλη την ανηφόρα· φτάνω στην ταβέρνα κι είναι πάλι εκεί, κατάφερε να τρυπώσει ανάμεσα στα κτίρια. Τα παιδιά μόλις έχουν τελειώσει το φαγητό· δεν πειράζει, σήμερα κινούμαι με ηλιακή ενέργεια. Που να πάμε για καφέ; Πέφτει πρόταση για σπίτι στην Άνω Πόλη. Το έχει η μέρα· πόσο καιρό έχω ν’ βρεθώ εκεί πάνω άραγε; Ανεβαίνουμε τα καλντερίμια, ο αέρας καθαρίζει, το φως δυναμώνει. Από το μπαλκόνι, η πόλη πιάτο· στριμωχνόμαστε στην αετοφωλιά, βγάζουμε καρέκλες και μαξιλάρια, κέφι και καλό καφέ. Ο ήλιος μεσουρανεί ακόμα, κι η θάλασσα λαμπυρίζει κάτω από τους γερανούς του λιμανιού. Όσοι μένουν πάνω από το γκρίζο υπόστρωμα της πόλης μου είναι μιά άλλη φυλή.
Έπιασε ψύχρα, μαζευόμαστε μέσα. Περισυλλογή, οι εφημερίδες έχουν την τιμητική τους. Έξω, ο ήλιος είναι ακόμα καρφωμένος στο γαλάζιο· τώρα που δραπέτευσε απ’ τη γκρίζα φυλακή, ποιός τον πιάνει. “Πάμε για βόλτα στο λιμάνι;” Και δεν πάμε; κρίμα να πάει χαμένο το φως κι η καλή διάθεση. Ροβολάμε τον κατήφορο παρέα μ’ ένα ποδήλατο. Η παρέα μαδάει, η πλατεία ακόμα άδεια, αναλώσιμα για το δρόμο. Δύει· το λιμάνι είναι απ’ την άλλη μεριά, δε βαριέσαι. Καβατζάρουμε το κλουβί του Πύργου, μιά ομάδα αστυνομικών με μπαγκάζια, μιά ορχήστρα και την καταφρονεμένη νύμφη, και φτάνουμε μπροστά στο Βασιλικό Θέατρο λίγο πριν πέσει ο ήλιος πίσω απ’ τον Όλυμπο. Στο λυκόφως, το πλακόστρωτο είναι ένας ατέρμονος διάδρομος για εκατοντάδες κινούμενες σιλουέτες, τα αραγμένα πλοία φαίνονται γιγάντια και δισδιάστατα. Αφήνουμε πίσω τον έρημο τερματικό απ’ το τρενάκι, τους thrashers στο Μεγαλέξανδρο, το “πάρκο με τα σήματα” (όπως το λέγαμε μικροί), και τον σκοτεινό όγκο του Μακεδονία Παλάς, που το μάτι μου δυσκολεύεται πάντα να συνταιριάσει με το επίπεδο τοπίο. Μας φτάνει η “ευωδιά” του Θερμαϊκού, δυό ιστιοπλοϊκά στέκονται μετέωρα στον αέρα, οι προβολείς από το Ποσειδώνιο μοιάζουν με τα φώτα προσγείωσης διαστημοπλοίου. Οι Ομπρέλες προβάλλουν στο βάθος· σαν τα μεταμοντέρνα σκουτάρια στα Κάστρα και τις σάρισες που προσπεράσαμε νωρίτερα, μου θυμίζουν τις σκουριασμένες σιδερόβεργες που ξεπροβάλλουν απ’ το τσιμέντο στα γιαπιά. Λίγο πριν το Ποσειδώνιο, καθόμαστε σ’ ένα παγκάκι, να ξαποστάσει και το ποδήλατο. “Τι αστεία που περπατάει αυτός!“. Η θάλασσα σαν να κινείται βιαστική προς τη Δύση· τα άσπρα πλοία σαλπάρισαν εδώ και πολύ καιρό, αλλά ίσως έχει ξεμείνει κάποια βαρκούλα.
Μιά άλλη αυτοσχέδια παρέα έχει μαζευτεί στο κέντρο, όπως ήταν προγραμματισμένο· πρέπει να γυρίσω. Δεν υπάρχει βιασύνη, παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής με τα πόδια, όμως η απόσταση φαντάζει μισή. Το σκοτάδι σκεπάζει όλα όσα δε μπόρεσα να της πω όσο μεσουρανούσε ο ήλιος. Πολύ αργά, ως συνήθως. Λέω μιά γρήγορη καληνύχτα και χώνομαι στα στενά.
Θεσσαλονίκη, Βαρκελώνη, Δουβλίνο, Χανιά, Εδιμβούργο, Ισταμπούλ, Αβάνα… Μικρός που είναι ο κόσμος, τα κέντρα κι οι αφηγήσεις του κοινές. Ή ίσως, υπάρχει μόνο μιά παρέα, που συναντάω φευγαλέα τα μέλη της εδώ κι εκεί· κερνάμε ιστορίες και συμπάθεια κι ύστερα χανόμαστε. Αύριο, αυτοί θα ΄ναι αλλού, κι εγώ ακόμα εδώ.
To lose along the way
The spark that set the flame
To flicker and to fade
On this the longest daySo wind go through to my heart
So wind blow through my soulYou give yourself to this the longest day
You give yourself – you give it all away
– Indian Summer Sky, U2


