Κριτική: 100 Bullets
Τα X-Files όπως θα τα σκηνοθετούσε, χωρίς το στοιχείο του υπερφυσικού, ο Tarantino επι χάρτου, ή απλά η πιό cult σύγχρονη σειρά κόμικς;

Αν και τα κόμικς έχουν στραφεί, τις δυό τελευταίες δεκαετίες, σε πιό ώριμες θεματικές και προβληματισμούς, οι ποιοτικές, μεγάλες σε διάρκεια, χωρίς υπερήρωες σειρές που κέρδισαν την εκτίμηση του κοινού και των κριτικών μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού: Sandman, Transmetropolitan, Hellblazer, Preacher… όλες από την Vertigo, μιά εκδοτική γραμμή “για ώριμους αναγνώστες” της αειθαλούς DC, που φυσικά βάσισε την τεράστια επιτυχία της σε κόμικς υπερηρώων. Παρά τις κατηγορίες από δημιουργούς του ανεξάρτητου χώρου, όπως ο Frank Miller, που της προσάπτουν ότι η ταμπέλα “suggested for mature readers” αποτελεί μιά πιό ήπια διατύπωση του μισητού “approved by the Comics Code Authority“, η στρατηγική που ακολούθησε η DC με την Vertigo αποδείχτηκε επιτυχημένη και προσοδοφόρα, δίνοντας τη δυνατότητα σε συγγραφείς και καλλιτέχνες που έχτισαν τη φήμη τους δουλεύοντας σε καθιερωμένες σειρές υπερηρώων να εκθέσουν τις προσωπικές τους δημιουργίες σε ευρύ κοινό και να δημιουργήσουν τη νέα εποποιία των κόμικς, απαλλαγμένη σε μεγάλο βαθμό απ’ τα κατάλοιπα του παρελθόντος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα δημιουργού της νέας εποχής αποτελεί ο Brian Azzarello: παρ’ ότι αργότερα άφησε κι αυτός τη σφραγίδα του σε κόμικς υπερηρώων καθώς και στο Hellblazer, τη ναυαρχίδα της Vertigo, ο “Azz” ξεκίνησε την καρίερα του με μιά από τις ποιοτικές “ώριμες” προσωπικές σειρές της δεκαετίας που διανύουμε: το πολυβραβευμένο 100 Bullets, σε συνεργασία με τον ταλαντούχο Αργεντινό σχεδιαστή Eduardo Risso. Είχε προηγηθεί μόλις μιά μίνι σειρά των δύο συνεργατών πάνω στην ίδια συνταγή για τη Vertigo, το Jonny Double, που άρκεσε για να πείσει τους executives της DC να τους εμπιστευτούν μιά μηνιαία σειρά 100 τευχών. Έξι χρόνια μετά, το 100 Bullets παραμένει μιά σειρά χωρίς συμβιβασμούς, με αυθεντικά κινηματογραφική συνταγή, δυνατούς χαρακτήρες και συναρπαστική πλοκή. Στην κριτική του για πρόσφατο τεύχος, ο James Groves γράφει:
Two-thirds into the neo-noir masterpiece that is Brian Azzarello and Eduardo Risso’s groundbreaking hard-boiled crime/conspiracy opus, 100 Bullets, and we’re still being treated to a wonderful display of what true noir is all about: shadowed images, bleak urban settings, cynical and disillusioned characters–told with a dark, pulpy sensibility, and some of the best goddamn ‘sideways’, tongue-in-cheek, razor-sharp dialogue that you’re likely to find in the medium of comics.
Για μιά σειρά κόμικς σαν κι αυτή, μπορεί να μιλήσει κανείς μόνο με κινηματογραφική ορολογία. Οι Azzarello και Rizzo κυριολεκτικά “σκηνοθετούν” μέσα στα καρέ κάποιες σεκάνς που θα ζήλευαν και οι πιό φτασμένοι δημιουργοί ταινιών μυστηρίου και δράσης του Hollywood. Η “διεύθυνση φωτογραφίας” και η “σκηνογραφία” χρήζουν ιδιαίτερης μνείας: απ’ την γκρι-καφέ μουντάδα του Σικάγο, μέχρι το απατηλά χρυσό λυκόφως του Λος Άντζελες, και το βρώμικο κίτρινο της νυχτερινής Νέας Ορλεάνης, τα -αστικά, κυρίως- τοπία στα οποία εκτυλίσσεται η σειρά παραπέμπουν σε γνώριμες, από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, παραστάσεις, χάρη στους έντονους χρωματισμούς και τα προσεγμένα props. Λέγεται ότι ο Risso δε μιλούσε αγγλικά στην αρχή της συνεργασίας του με τον Azzarello, και ζωγράφιζε τα καρέ του βασισμένος σε φωτογραφίες που του έστελνε ο δεύτερος. Όπως και να έχει, η συνεργασία των δύο δημιουργών κρίνεται, εκ του αποτελέσματος, απόλυτα επιτυχημένη. Τα ίδια τα σκίτσα απαιτούν προσεκτική ματιά, αφού πολλές φορές κρύβουν σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση της πλοκής, ή περιέχουν παράλληλες σκηνές που προϊδεάζουν για τη συνέχεια. Οι διάλογοι είναι κοφτοί, ελλειπτικοί κι απόλυτα στυλιζαρισμένοι στα hardboiled πρότυπα, γεμάτοι υπονοούμενα κι ατάκες, ενώ το τηλεοπτικού τύπου μοντάζ εναλλάσσει συχνά πυκνά την οπτική γωνία ανάμεσα στις δύο ή τρεις ιστορίες που εκτυλίσσονται παράλληλα στο κάθε επεισόδιο, αφήνοντας πολλές φορές τους διαλόγους και τις αναμετρήσεις ημιτελείς (βλέπε X-Files και Seijun Suzuki). Η ιστορία με τίτλο The Counterfifth Detective, που αποτελεί φόρο τιμής στον Raymond Chandler, θα έκανε περήφανο τον μεγάλο λογοτέχνη και φανερώνει τις noir καταβολές της σειράς.
Για την υπόθεση, είναι αδύνατο να πει κανείς πολλά πράγματα χωρίς να φανερώσει μυστικά και ..ντοκουμέντα. Αφορά ένα μυστηριώδη πράκτορα που εμφανίζεται στις ζωές κάποιων ανθρώπων για να τους προσφέρει την ευκαιρία να εκδικηθούν εκείνους που τους έβλαψαν, χωρίς επιπτώσεις. Ο χαρτοφύλακας που ο πράκτορας Graves δίνει στους αδικημένους περιέχει ένα φάκελο με αδιάσειστα στοιχεία για την ευθύνη του εκάστοτε ενόχου, ένα “καθαρό” πιστόλι και 100 σφαίρες ανεξακρίβωτης προέλευσης. Ο ίδιος ο Azzarello παραδέχεται ότι η βασική αυτή πλοκή αποτελεί το δόλωμα για να κινήσει το ενδιαφέρον του νέου αναγνώστη. Σταδιακά, εισέρχεται στο προσκήνιο μιά πλειάδα χαρακτήρων, καθένας με τα δικά του πειστικά κίνητρα, που συνδέονται με δεσμούς φιλίας, ίντριγκες, αρχαίες συμφωνίες, έρωτες και προδοσίες, ενώ η εξέλιξη της ιστορίας συμβαδίζει με το ξετύλιγμα του σκοτεινού παρελθόντος τους και της μυστικής ιστορίας του σύγχρονου δυτικού κόσμου. Ο Azzarello κατέχει την δυναμική της τραγωδίας κι είναι μάστορας του ρυθμού και της λογοτεχνικής συγχρονικότητας’ σχεδόν αφήνει τους χαρακτήρες του να περιηγηθούν στην αμερικάνικη επικράτεια, ξέροντας ότι όταν χρειαστεί, οι δρόμοι τους θα συναντηθούν, συνήθως με βίαιο και απρόβλεπτο αποτέλεσμα.
Κι αν ακόμα το Bullets μεταφερθεί κάποτε σε τηλεοπτική σειρά, όπως σίγουρα του αξίζει, αμφιβάλλω αν θα βρεθεί το επιτελείο με το όραμα και το ταλέντο για να αναδείξει τις ποιότητές του στη μικρή οθόνη. Συγκρίνοντας τη σειρά με τα X-Files, ο Daniel Coyle γράφει, στην κριτική του για το τεύχος 14:
Unlike Frank Spotnitz and Chris Carter[..], Azzarello has been working from the beginning with a clear, strong sense of purpose. What made those X-Files episodes work was the sense that there was a bigger picture, a sense of scope that you normally don’t see in television. But Spotnitz and Carter expanded their story haphazardly, Azzarello is able to keep the air of mystery without feeling that a bunch of faceless aliens could come in at any moment and wipe everything out because he’s written himself into a corner or doesn’t have the right budget.
Απ’ την άλλη, τι τύχη θα είχε η μεταφορά μιάς τόσο επιτηδευμένης και περίπλοκης σειράς στην τηλεόραση, τη στιγμή που αποτυχαίνουν οι μεταφορές πιό εμπορικών αλλά εξίσου ποιοτικών σειρών όπως το Global Frequency του Warren Ellis; (περισσότερα γι’ αυτό σε επόμενο post)
Όπως συμβαίνει και με άλλες cult δημιουργίες που συνεχίζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα, το “Bullets” απολαμβάνει την εκτίμηση μιάς κοινότητας ανθρώπων με ευρείες λογοτεχνικές και κινηματογραφικές επιρροές, που κονταροχτυπιούνται στα forum, υποστηρίζοντας με πάθος τις περίπλοκες θεωρίες τους, ενώ το ογκώδες πληροφοριακό υλικό που έχουν συλλέξει για τη σειρά ενημερώνεται μετά την έκδοση του κ