Κριτική: Rivieres Pourpres 2, Man on Fire, Collateral
Σαββατοκύριακο αστυνομικών thriller, αυτή τη φορά, με τρεις πρόσφατες άνω του μετρίου ταινίες, εντυπωσιακά (και ως κάποιο βαθμό, αντισυμβατικά) σκηνοθετημένες και ..φτιαγμένες για τη μεγάλη οθόνη.
Τo Les Rivières pourpres II – Les anges de l’apocalypse είναι η συνέχεια του γαλλικού blockbuster του Mathieu Kassovitz από το 2000, ο οποίος έκτοτε εξαργύρωσε την αναγνώριση και την επιτυχία, μετακομίζοντας στο Χόλιγουντ με την προπέρσινη μετριότατη ταινία τρόμου Gothika.
Ο Olivier Dahan ανέλαβε τα ηνία του franchise για τη δεύτερη αυτή συνέχεια, και καταφέρνει, με τη συνδρομή του (πανταχού παρόντος όσον αφορά τις γαλλικές κινηματογραφικές επιτυχίες) Luc Besson στο σενάριο, και τελείως διαφορετικό συνεργείο από την αρχική ταινία, να αποδώσει πιστά το ambience της, στήνοντας μιά περιπέτεια που παραπέμπει πετυχημένα (σε μεγάλο βαθμό, χάρη στην χαρισματική παρουσία του Christopher Lee) στο Raiders of the Lost Ark. Στις ταινίες της σειράς αυτής, το περιβάλλον παίζει τον κύριο ρόλο, και ο τρόπος που ο Dahan στήνει την παλέτα της ταινίας του πάνω στο κίτρινο, ζεστό, υπόγειο φως της γραμμής Μαζινό ακόμα και για τα εξωτερικά γυρίσματα (όπου η πρώτη ταινία έπαιζε με το λευκό των Άλπεων και τις μεταλλικές, ψυχρές αποχρώσεις) είναι αριστουργηματικός. Η κλειστοφοβική γοτθική ατμόσφαιρα παραμένει απαράλλαχτη, και το ίδιο ισχύει για την εκρηκτική δράση (η οποία, σε κάποια σκηνή προς το τέλος, θυμίζει Max Payne) και την ιατροδικαστική απεικόνιση της βίας. Η ταινία έχει πολλά μαθήματα να διδάξει στους επίδοξους ευρωπαίους σκηνοθέτες blockbusters αλλά και ταινιών μυστηρίου’ για το πως να χρησιμοποιήσουν τους τοπικούς μύθους της χώρας τους στο χτίσιμο της πλοκής, για τον σωστό τρόπο συνταιριάσματος των αμερικάνικων μηχανισμών διαπραγμάτευσης της δράσης με την ευρωπαϊκή οπτική, για την υποστήριξη της παραγωγής από τον κρατικό μηχανισμό (είναι εμφανές ότι και οι δυό ταινίες είχαν τη στήριξη του γαλλικού κράτους), αλλά και το μπόλιασμα μιάς κλασικής κινηματογραφικής συνταγής με εθνικά στοιχεία. Βέβαια, οι Γάλλοι παρήγαγαν πάντα δυνατό σινεμά σε παραδοσιακά αμερικάνικες φόρμες, το οποίο σήμερα απλώς αναγεννιέται.
Τα τελευταία χρόνια, οι αμερικάνοι σκηνοθέτες πασχίζουν απεγνωσμένα να επανεφεύρουν την συνταγή της ταινίας δράσης, σκοντάφτωντας στην έλλειψη έμπνευσης, στην κρατική προπαγάνδα και στο αναποδογύρισμα των αξιών της κοινωνίας τους. Η ταινία Man on Fire του Tony Scott δεν είναι απόλυτα απαλλαγμένη από αυτό το σύνδρομο, πράγμα που φαίνεται από την υπερβολική χρήση της κουνημένης κάμερας και τα στερεότυπα που δεν καταφέρνει τελείως να αποπέμψει, όμως πρέπει να του αναγνωρίσει κανείς ότι ωρίμασε σημαντικά από την εποχή που ως μικρό αδελφάκι του Ridley έφτιαχνε νεανικά blockbusters που προπαγάνδιζαν το αμερικανικό όνειρο, όπως το Top Gun και το Days of Thunder. Η ωρίμανση προς πιό περίπλοκες προβληματικές ήρθε σταδιακά, και έγινε ήδη αντιληπτή κι από τις προηγούμενες δύο ταινίες του, όπου ο σκηνοθέτης, είτε άρθρωνε φανερά κριτικό λόγο ενάντια στην κατάλυση της ιδιωτικότητας (Enemy of the State, μιά ταινία που αποδείχτηκε προφητική για τη σημερινή εσωτερική αμερικανική πραγματικότητα), είτε προσπαθούσε να εξιλεώσει τους απαξιωμένους πλέον πράκτορες πεδίου της αμερικάνικης εκτελεστικής εξουσίας για τον ιστορικό ρόλο που έπαιξαν στην διαμόρφωση του τρέχοντος παγκόσμιου status quo (Spy Game). Το Man on Fire φέρει τα σημάδια αυτής της ωρίμανσης, και το γεγονός ότι εδώ οι αναφορές στους μηχανισμούς που παρήγαγαν τον ήρωα και τον παλιό συμπολεμιστή του (το ρόλο παίζει ο γερασμένος Christopher Walken, που ακόμα και σαν σκιά του εαυτού του, ξεδιπλώνει πειστικά την γνωστή απολαυστική περσόνα του) είναι ελλειπτικές, λειτουργεί γοητευτικά για τον μύθο της ταινίας. Το μύθο, δηλαδή, του πρώην εκτελεστή της CIA και νυν μπεκρή σωματοφύλακα, John Creasy (μεστή και μετρημένη ερμηνεία από τον Denzel Washington), τέχνη του οποίου, σύμφωνα με τα λόγια του φίλου του είναι ο φόνος, και ο οποίος ετοιμάζεται να ζωγραφίσει το αριστούργημά του.
Ο σκηνοθέτης αξιοποιεί με χαρακτηριστική άνεση τους χώρους του (εντυπωσιακή η εναλλαγή νευρικής και γαλήνιας κινηματογράφησης του Μέξικο Σίτυ, παρά την υπερβολή που προανέφερα), τις κλασικές επιρροές του (λίγο από Pekinpah, Kurosawa και Leone), τους πολύ αξιόλογους ηθοποιούς του αλλά και τις πλουσιοπάροχες δυνατότητες που του προσφέρει η παραγωγή για να δώσει ίσως την πιό αυθεντική ελεγεία για την απώλεια και την εκδίκηση στην πρόσφατη κινηματογραφία, μετά το Leon και το Braveheart, ξεπερνώντας άνετα στην ένταση της απόδοσης του κεντρικού θέματος πρόσφατες ταινίες όπως το Payback και το Kill Bill. Το Man on Fire είναι επίσης μιά από τις πιό ευρηματικά και ξεδιάντροπα βίαιες ταινίες των τελευταίων ετών, ακριβώς επειδή διαπραγματεύεται το θέμα της αμείλικτα. Το σενάριο αιτιολογεί την μεθοδική έκρηξη του ήρωα, έχοντας αφιερώσει επαρκή χρόνο για να του χαρίσει μιά τελευταία αναλαμπή ανθρωπιάς και αγάπης (το γεγονός ότι η μικρή Dakota Fanning παίζει με ταλέντο και σοβαρότητα το ρόλο της κάνει πειστική τη σχέση της με τον Creasy) που ξεριζώνεται βίαια, αλλά αποφεύγει να ηθικολογήσει και δεν προσπαθεί να του αποδώσει ελαφρυντικά για τον ψυχρό και απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο πραγματοποιεί την εκδίκησή του, αποδίδοντάς τον στην εκπαίδευση και το εξαχρειωμένο πεδίο δράσης του ήρωα.
Η μουσική επένδυση του Harry-Gregson Williams, με την συμμετοχή της Lisa Gerrard στα φωνητικά (που αντιγράφει τη δουλειά της στο Gladiator), παρ’ ότι δεν ξεπερνάει σε ποιότητα την προηγούμενή του δουλειά στο Spy Game (εξαιτίας της εμμονής του στα ψευδο-rave θέματα και τα υπερβολικά -κλαπατσιμπαλικά!- ξεσπάσματα), εντούτοις αξιοποιεί τα folk στοιχεία του λατινοαμερικανικού setting και δίνει σπουδαίες στιγμές λυρισμού, που ζωγραφίζουν την ψυχοσύνθεση του Creasy και υποστηρίζουν την υποβόσκουσα δραματικότητα αλλά και την εκρηκτική, κυριολεκτικά, δράση της ταινίας. Ο Williams είναι σίγουρα από τους πιό φερέλπιδες μαθητές της σχολής του Hans Zimmer και δείχνει ότι, εν αντιθέσει με τους περισσότερους συναδέλφους του από το “σταύλο” της Media Ventures, σιγά σιγά βρίσκει το δικό του δρόμο.
To Collateral, μιά κλασική ταινία χαρακτήρων και η πιό ήρεμα στυλιζαρισμένη από τις τρεις, ξεδιπλώνεται στα αχανή αστικά τοπία που ο Michael Mann λατρεύει τόσο πολύ. Ο σκηνοθέτης βρίσκει την ευκαιρία να γυρίσει στις γνωστές φόρμες που τον ανέδειξαν μέσα από το Miami Vice (το οποίο πρόκειται σύντομα να αναστήσει στη μεγάλη οθόνη) και πολύ αργότερα, το Heat, γυρίζοντας μια αστυνομική ταινία νυχτερινής περιπλάνησης στους δρόμους, και πάλι, του L.A.. Ακόμα και για όσους βρουν άνευρη και διεκπεραιωτική την ηθοποιία (εν μέρει δικαιολογημένα, καθώς το νόημα της σύγκρουσης των χαρακτήρων, εσωτερικής και εξωτερικής, βρίσκεται πιό πολύ στις παύσεις, παρά στους διαλόγους), και άτονη τη σκηνοθεσία (πιθανό, για ένα κινηματογραφικό κοινό που, μεγαλωμένο μέσα στον καταιγισμό της δράσης και του συναισθήματος – ποπκόρν, έχει ξεχάσει την ήρεμη γοητεία και την κοφτή βία του noir ή δεν τη γνώρισε ποτέ), το Collateral αποζημιώνει με τη σαγηνευτική δύναμη της κινούμενης εικόνας στην απεικόνιση των ρυθμών της ζωντανής πόλης, ενώ μεταμορφώνεται απρόσμενα για το τελευταίο ημίωρο σε συναρπαστική ταινία καταδίωξης.