Non-Linear Complexity

Eternal vigilance is the price of liberty -Wendell Phillips, American abolitionist

Τα όνειρα των πόλεων

με ένα σχόλιο

Η Εύη γράφει σε συνέχειες (1, 2, 3, 4) για τις μητροπόλεις. Ανάμεσα στην αναζήτηση ενός ..αεικίνητου μπαρ στο Βερολίνο, την περιήγηση στις ανοικτές καταλήψεις και την ιχνηλάτηση των αλλαγών που υπέστη από την επανένωσή της η άλλοτε διαιρεμένη γερμανική πρωτεύουσα, αναρωτιέται τι χρειάζεται να γίνει για να αγαπήσουμε και να βελτιώσουμε τις δικές μας πόλεις.

Τα άρθρα της Εύης (και οι καταφρονεμένοι εξωγήινοι του CrazyMonkey, τις προάλλες) με βάζουν σε σκέψεις. Δεν έχω επισκεφτεί μεγάλες ξένες πρωτεύουσες εκτός από το Λονδίνο (κι αυτό φευγαλέα), αλλα αυτή την αίσθηση άγριας δυναμικής και συνεχούς αλλαγής που περιγράφει την έχω βιώσει έμμεσα (και ζηλέψει) μέσα από αφηγήσεις φίλων, ταινίες, βιβλία και παιχνίδια’ πολλές φορές και για πόλεις του παρελθόντος, όπως το Λονδίνο και το Αμστερνταμ του 17ου αι. (στο Baroque Cycle του Stephenson), το Σικάγο του μεσοπολέμου, την Αλεξάνδρεια (του Durrell) στα χρόνια του πολέμου και τη μεταπολεμική Νέα Υόρκη‘ ή φανταστικές, όπως η Lankhmar του Leiber, το Newford του Charles de Lint, η New Crobuzon του Mieville, η Waterdeep (από τον κόσμο των Forgotten Realms, του D&D), η Πόλη του Ellis.

Ειδικά τη Νέα Υόρκη, την νιώθω τόσο οικεία που θα μπορούσα να είχα ζήσει εκεί σε προηγούμενη ζωή (όπως και πολλοί, φαντάζομαι). Την αίσθηση που περιγράφει η Εύη την έχω νιώσει άμεσα και σε φευγαλέα περάσματα από μικρότερες πόλεις (Αθήνα, Γλασκώβη, Φρανκφούρτη, Μασσαλία, Λευκωσία), αλλά αναρωτιέμαι μήπως οφείλονταν ακριβώς στο εφήμερο της επίσκεψης.

Και μετά, υπάρχουν οι “Φούσκες“, στις οποίες ζούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Τι σχέση έχουν οι μεν με τις δε, δεν έχω καταλάβει ακόμα. Ίσως οι Φούσκες είναι alter egos των μαγικών πόλεων, όπως αυτές που προανέφερα, που υπάρχουν για να εγκλωβίζουν και να τιμωρούν τους αστούς χωρίς τόλμη, φαντασία, ενεργητικότητα και αγάπη για αυτές. Ίσως είναι θέμα προοπτικής και τρόπου ζωής, ίσως απλά να ζούμε σε λάθος πόλεις.

*

Για τη δική μου πόλη, τη Θεσσαλονίκη, τρέφω πολύ δυνατά συναισθήματα, που όσο όμως περνάει ο καιρός γίνονται αντιφατικά και ξεθωριάζουν. Προσπαθώντας να ανακαλύψω αν γι’ αυτό φταίει η πόλη που μαραζώνει ή εγώ που οι ανάγκες μου δεν ικανοποιούνται και παρ’ όλα αυτά παραμένω εδώ, δε βρίσκω εύκολη λύση. Είναι αλήθεια ότι η σημερινή Θεσσαλονίκη φαντάζει άχρωμη και αθεράπευτα επαρχιακή μπροστά στο δυναμικό, κοσμοπολίτικο και πολυπρόσωπο χωνευτήρι πολιτισμών που έζησαν οι παλαιότερες γενιές και γεύση της πρόλαβα να πάρω κι εγώ, μεγαλώνοντας στη δεκαετία του ‘70 και του ‘80. Όμως η αλλαγή αυτή δεν ήρθε απότομα, και δεν οφείλεται μόνο στην αειθαλή αναλγησία των διαφόρων κυβερνήσεων απέναντι στα πάγια προβλήματα της πόλης, στο όσο πάει και πιό δυσχερές οικονομικό κλίμα, στην δραματική ανεργία, στις εγκληματικές οικονομικές ατασθαλίες, στο περιβαλλοντικό ολοκαύτωμα (που επεκτείνεται και στον υπόλοιπο νομό), στον ανερμάτιστο κυκλοφοριακό σχεδιασμό, την φτωχή συγκομιδή της αρχιτεκτονικής, την πολιτιστική παρακμή και την αδιαφορία, αναρμοδιότητα ή ανικανότητα (ποιό από τα τρία είναι το χειρότερο;) των τοπικών αρχόντων.

Σε μεγάλο βαθμό φταίμε κι εμείς οι Θεσσαλονικείς, που κατά τα φαινόμενα αγαπάμε “πορωμένα” την πόλη μας, αλλά την αφήνουμε να (αν)αλώνεται μέρα με τη μέρα γύρω μας. Η σχέση του μέσου σαλονικιού με την πόλη του θυμίζει το γάμο του Λεωνίδα και της χοντρής. Είμαστε όλοι γνώστες της μερίδας των προβλημάτων που μας επηρεάζουν προσωπικά και άμεσα στη διαβίωση, τη μετακίνηση ή την υγεία μας, παραπονιόμαστε διαρκώς αναμεταξύ μας ανάμεσα στο φραπέ και το τσιγάρο, και ενίοτε, στα τοπικά ραδιόφωνα, στις εφημερίδες και τις τηλεοράσεις (ο αντίκτυπος και η εμβέλεια των οποίων είναι πενιχρή, ακόμα και εντός των ορίων της πόλης), αλλά δεν αναλαμβάνουμε προσωπικές πρωτοβουλίες για την επίλυσή τους, ή έστω για την ανάδειξή τους σε όργανα που θα μπορούσαν να των επιληφθούν (ναι, ακόμα και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αν χρειαστεί!), και κυρίως, δεν λαμβάνουμε υπ’ όψη τη γενική εικόνα του προβλήματος. Το χειρότερο είναι ότι η εθελότυφλη προσκόλληση που έχουμε όλοι στο μύθο της πόλης (χτισμένο σε άλλες εποχές, και τον οποίο δεν κάναμε τίποτα για να τον αξίζουμε) δε μας αφήνει να δούμε την νοσηρή πραγματικότητα και μας μετατρέπει σε junkies υποσχέσεων.

Ο Αγγελιοφόρος της Κυριακής ξεκίνησε τις τελευταίες εβδομάδες δημόσιο διάλογο, προσκαλώντας στην κατάθεση προτάσεων για το μέλλον της πόλης, χωρίς όμως δυστυχώς να διαφημίζει την πρωτοβουλία στην ιστοσελίδα του (είναι η μόνη εφημερίδα της πόλης που διαθέτει ιστοσελίδα!) ή στα τοπικά μέσα’ ούτε και μπόρεσα να βρω τις ίδιες τις προτάσεις στο δικτυακό τόπο της εφημερίδας. Η εισαγωγή του αφιερώματος στο προχθεσινό φύλλο αναφέρει τα εξής:

Κοινό σημείο για όλους είναι ότι η μιζέρια δεν ταιριάζει στους κατοίκους τούτης της περιοχής και ότι θα πρέπει να αναληφθούν όλες εκείνες οι πρωτοβουλίες, ώστε μετά την EXPO 2008 που χάθηκε, να βρεθεί ένα όραμα που θα πάει την πόλη μπροστά επί της ουσίας. Για να ξεπεράσουμε έτσι τους ίδιους χιλιοειπωμένους σχεδιασμούς του παρελθόντος, που περιορίζονται στο μετρό, την υποθαλάσσια, τα παρκινγκ (τι όνειρο κι αυτό) και άλλα …τσιμέντα γενικώς, χωρίς να υπάρχει ένας γενικότερος σχεδιασμός για την ανάπτυξη της πόλης.

Άντε να δούμε. Ή μάλλον, να κάνουμε, γιατί όλοι ξέρουμε πόσα πετύχαμε, περιμένοντας τη σωτηρία με σταυρωμένα χέρια. Προς το παρόν, η Νύμφη του Θερμαϊκού κοιμάται χωρίς όνειρα τον ύπνο του δικαίου (τσιμέντου;), περιμένοντας το πριγκηπόπουλο να την ξυπνήσει το 2008. Εμένα, αυτός ο ύπνος μου μοιάζει πολύ με κώμα.

*

Στο διήγημα “Tallulah” του de Lint, ο ήρωας συναντάει -κι ερωτεύεται- το πνεύμα της πόλης του, που αφήνει πίσω την πόλη επειδή οι άνθρωποί της την έχουν ξεχάσει.

Στην αλλόκοτη “Ιστορία δύο πόλεων” του Neil Gaiman, ένα “ανθρωπάκι του Γαϊτη”, που αγαπάει την πόλη του, βρίσκεται να περιηγείται για μήνες στο όνειρο της, προσπαθώντας να βρεί ένα γνωστό σημείο απ’ όπου θα δραπετεύσει. Οι πόλεις είναι ζωντανές κι έχουν διαφορετικές προσωπικότητες, του λέει ένας άλλος χαμένος που απαντάει στο δρόμο του’ και στον ύπνο τους, ίσως ονειρεύονται ανθρώπους.

“If the city was dreaming,” he told me, “then the city is asleep. And I do not fear cities sleeping, stretched out unconscious around their rivers and estuaries, like cats in the moonlight. Sleeping cities are tame and harmless things. What I fear,” he said, “is that one day he cities will waken. That one day the cities will rise.”

Ίσως είναι έτσι τα πράγματα κι οι πόλεις μας κοιμούνται. Έχω την υποψία, όμως, ότι δε θα ήταν τόσο τρομακτικό να τις αγαπήσουμε και έτσι να τις ξυπνήσουμε, ή τουλάχιστον να βιώσουμε και μεις για λίγο τα όνειρά τους.

Είμαι επίσης σίγουρος ότι κάποιες πόλεις απλώς λαγοκοιμούνται, μ’ ανοικτό το ένα τους μάτι…

(Η νυχτερινή άποψη της Αθήνας είναι δανεισμένη από το blog ενός Ολυμπιακού εθελοντή, η δορυφορική φωτογραφία της Θεσσαλονίκης από το World Wind της NASA)

Μοιραστείτε το:
  • email
  • del.icio.us
  • Google Bookmarks
  • Digg
  • Reddit
  • Technorati

Άλλα άρθρα σχετικά με το θέμα

Written by Oneiros

10-03-05 στις 05:58:13