Η βλακεία βλάπτει το διαδίκτυο
Η δαιμόνια ρεπόρτερ της εφημερίδας “Μακεδονία”, που ανακάλυψε χθες την σατανική διαδικτυακή προσπάθεια εκμετάλλευσης άνεργων νέων (στοιχειοθετώντας, φυσικά, ακόμα μία κατηγορία ενάντια στο διαβρωτικό για τα χρηστά ήθη Internet), συνέχισε σήμερα την ανέλεητη επίθεσή της ενάντια στην διαδικτυακή διαφθορά, αυτή τη φορά ανυπόγραφα.
Η ..δημοσιογράφος σχολιάζει στο πρώτο άρθρο:
Ο …τιμοκατάλογος αυτός μοιάζει με ανέκδοτο και θα μπορούσε κάποιος να το θεωρήσει ως μιά από τις χιλιάδες φάρσες που γίνονται στο διαδίκτυο, εάν από την αρχική σελίδα δεν υπήρχε παραπομπή σε άλλη με τιμές όπου μπορεί κανείς να παραγγείλει ένα “διορισμό”
Χμ.. μάλλον επειδή είναι; (Και δεν το λένε “ανέκδοτο”, αλλά “φάρσα”). Όσο για τον τιμοκατάλογο (“σελίδα με τιμές” – sic), αν έκανε τον κόπο το τζιμάνι να διαβάσει τον πηγαίο κώδικα της σελίδας (απλή HTML), θα έβλεπε ότι δεν στέλνει κανένα στοιχείο απ’ όσα εισάγονται στη φόρμα παραγγελίας. Ακόμα πιό σημαντικό, αν ήλεγχε καλύτερα τον δικτυακό τόπο, θα ανακάλυπτε (όπως επισημαίνει και το Ιστολόγιο) υποσημείωση που εξηγεί ακριβώς το αντικείμενο της άσκησης:
Η DWG | Dirty Works Greece είναι μια ιστοσελίδα που ανήκει στο χώρο της τέχνης του διαδικτύου (net.art). Η συγκεκριμένη ιστοσελίδα αναφέρεται στο επίσημο προφίλ μιας ΕΙΚΟΝΙΚΗΣ εταιρίας. Αφορμή έμπνευσης υπήρξαν ανεπίσημες και επίσημες απόψεις πολιτών για την Ελληνική πραγματικότητα. Ο δημιουργός της ιστοσελίδας δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη για τυχόν ευπιστία των επισκεπτών της.
Παρά την αδυναμία της να ανακαλύψει το προφανές, η δημοσιογράφος υποστηρίζει στο δεύτερο άρθρο (για να δικαιολογήσει προφανώς τα αδικαιολόγητα) πως η ιστοσελίδα
έχει γίνει αντικείμενο έντονης συζήτησης τις τελευταίες μέρες σε δικτυακά φόρουμ όπου συνομιλούν αδιόριστοι επιτυχόντες διαγωνισμού του ΑΣΕΠ, οι οποίοι χαριτολογώντας σχολιάζουν ότι είναι η μόνη τους ελπίδα για.. διορισμό
Το χειρότερο όμως είναι πως η ευπιστία (ή ίσως η κακοήθεια) περισσεύει στα ελληνικά ΜΜΕ που έχουν δώσει στο θέμα διαστάσεις.
Δυστυχώς, ο περίφημος κώδικας δεοντολογίας των δημοσιογράφων δεν καταδικάζει την έλλειψη χιούμορ, είναι σίγουρο όμως ότι η εν λόγω υπηρέτρια του καλάμου, αλλά και οι υπόλοιποι συνάδελφοί της που την μιμήθηκαν, βρίσκονται σε παράβαση του άρθρου 2η, και οφείλουν να ανασκευάσουν δημόσια και να ζητήσουν συγγνώμη από τον δημιουργό της ιστοσελίδας, τη στιγμή μάλιστα που, όπως η δημοσιογράφος της Μακεδονίας υποστηρίζει, “για το θέμα κινητοποιήθηκαν οι αρμόδιες αρχές”. Αλλιώς, πέρα από συκοφάντες, ξέρουμε τι θα είναι όλοι τους. Αναρωτιέμαι πόσες καταγγελίες στην ΕΣΗΕΜΘ και στην ΕΣΗΕΑ από πολίτες θα χρειαστούν για να μπουν τα πράγματα στη θέση τους.
Γράφει σχετικά ο argos, στο νεότευκτο portal thess.gr για τη Θεσσαλονίκη :
Διδάσκοντας δημοσιογραφία η “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ” σε ανυπόγραφο άρθρο επανέρχεται στην περίφημη αποκάλυψή της για απατεώνες στο Internet. Οι συντάκτες θεώρησαν ότι θα έπρεπε να υποστηρίξουν λίγο ακόμη την μεγάλη επιτυχία τους χωρίς πουθενά να επανορθώνουν το “λάθος” τους. Θεωρώ ότι η υπόθεση χρήζει μελέτης από νομικούς προκειμένου να διαπιστώσουν, αν εκτός από τους κανόνες δεοντολογίας που έχουν παραβιάσει, αν ταυτόχρονα έχουν και ποινικές ευθύνες. Με δεδομένο του ότι “το πρωτοσέλιδο πουλάει”, μια είδηση που αποτέλεσε ένα από τα δυο κύρια θέματα στο φύλλο της 2ας Φεβρουαρίου, έχει λειτουργήσει σαν παραπλανητική διαφήμιση. Και νομίζω ότι κάπου υπάρχει κάποιος νόμος γι’ αυτό.
Το όλο επεισόδιο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αστείο, αν δεν ήταν θλιβερό και επικίνδυνο. Δυστυχώς, σ’ αυτό το επίπεδο διεξάγονται οι περισσότερες δημοσιογραφικές έρευνες για τεχνολογικά θέματα και τα νέα κοινωνικά φαινόμενα που γεννάει η τεχνολογία (με μερικές φωτεινές εξαιρέσεις). Οι λόγοι για τους οποίους οι δημοσιογράφοι των έντυπων μέσων λοιδωρούν συστηματικά το διαδίκτυο, ειδικά στην Ελλάδα, είναι προφανείς: προσωπικές ανασφάλειες (βασισμένες στην ημιμάθεια), εξορκισμός του ανταγωνισμού, εύκολος εντυπωσιασμός του αναγνωστικού κοινού. Σε όλα όμως υπάρχει ένα όριο, ακόμα και στη βλακεία (δική τους και δική μας).
Μετά από όλα αυτά, γίνεται φανερό γιατί η συγκεκριμένη εφημερίδα (αλλά και άλλες) δεν διαθέτει ιστοσελίδα. Στο διαδίκτυο, τέτοιες ματσαραγγιές δεν περνάνε απαρατήρητες, ούτε ατιμώρητες (και αναφέρομαι φυσικά στην αμείλικτη και άμεση κριτική που θα υφίσταντο από τα αεικίνητα και καλά πληροφορημένα γεράκια του Internet, για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις).
ΥΓ: Έγκυρη πηγή ανέφερε ότι το ένθετο για θέματα πληροφορικής Netizen της ίδιας εφημερίδας είχε αποδώσει στο θέμα τη σωστή του διάσταση.



